Πολύς λόγος γίνεται ακόμη και σήμερα (35 και πλέον χρόνια) για την περίοδο της δικτατορίας. Κάποιοι λένε ότι σήμερα χρειάζεται μία δικτατορία για να σωθεί η χώρα, ενώ παραλληλίζοντας τη σημερινή οικονομική κρίση της Ελλάδας με την πολιτικο-οικονομική κατάσταση της Ελλάδας του 1967, εκφράζουν ένα παράπονο: «Οι συνταγματάρχες της χούντας..» λένε «… 7 χρόνια κάθισαν στην εξουσία, έδωσαν λεφτά στο λαό, έδωσαν ανάπτυξη στην ύπαιθρο και μπήκαν όλοι τους φυλακή!» και συνεχίζουν « οι σημερινοί πολιτικοί, κάθισαν στην εξουσία για 35 ολόκληρα χρόνια, κατέκλεψαν τον Ελληνικό λαό και δεν μπήκε ούτε ένας τους φυλακή!». Κάποιοι άλλοι έχουν έντονες και άσχημες αναμνήσεις) και πολεμούν τη χούντα με όλη τους τη δύναμη ακόμη και σήμερα (ακριβέστερα, δεν πολεμούν μόνο τη χούντα, αλλά χαρακτηρίζουν χουντικούς όλους τους στρατιωτικούς ανεξαιρέτως.
Είναι λοιπόν σαφές ότι οι γενιές που δεν έζησαν εκείνη την περίοδο, δεν μπορούν να βγάλουν σαφή συμπεράσματα για το τι ακριβώς συνέβη, καθώς βλέπουν ότι για διάφορες εθνικές εξεγέρσεις (π.χ 1821, 1940) υπάρχει μία κοινή αποδοχή από όλους τους Έλληνες και οι ημέρες μνήμης τους τιμώνται ακόμη και σήμερα. Αντίθετα, η ημέρα μνήμης της «εξέγερσης» του πολυτεχνείου όχι μόνο δεν τυγχάνει της ίδιας κοινής αποδοχής από όλους του Έλληνες, αλλά παράλληλα, η μοναδική πληροφόρηση των νέων (ηλικίας 30-40 που έχουν και άποψη) προέρχεται αποκλειστικά από τη φθονερή και προπαγανδιστική εκδοχή των πολιτικών και των συνδικαλιστών (για όλα φταίει η χούντα! Μόνο για τη σημερινή οικονομική τραγωδία της Ελλάδας δε μας είπαν ότι φταίει η χούντα!)
Επιπλέον γεννάται το εξής ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν να κατηγορούνται ως υπεύθυνοι για την λειτουργία όλου του κρατικού μηχανισμού εκείνης της περιόδου μόνο 10-15 άτομα (και κυρίως ο Παπαδόπουλος); Είναι δυνατόν ένας μόνο άνδρας να είχε τόση δύναμη-επιρροή σε όλο τον κρατικό μηχανισμό; Είναι δυνατό όλοι οι υπόλοιποι πολίτες να είχαν ταχθεί εναντίον των συνταγματαρχών και να μη μπόρεσαν να εναντιωθούν; Η απάντηση είναι απλή: όχι μόνο δεν έβλεπαν τους στρατιωτικούς ως δικτάτορες, αλλά αντίθετα αρκετοί ευημέρησαν εκείνη την περίοδο και τώρα είναι αποδεκτοί από την κοινωνία και έχουν προκόψει.
Όποιος λοιπόν ένοιωθε ασφυκτικά από τις συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο 1967-1974 επέλεξε να εγκαταλείψει την χώρα. Επίσης όποιος ένοιωθε ελεύθερος με τις συγκεκριμένες συνθήκες και πίστευε ότι έπρεπε να μείνει στην Ελλάδα, αυτός έμεινε και μεγαλούργησε. Έτσι, θεωρείται πολύ πιθανό το ενδεχόμενο, μετά από 20-30 χρόνια, η ημέρα του Πολυτεχνείου (17Ν) να μελετάται καθαρά ως απλό ιστορικό γεγονός και να μην αποδίδεται καμία τιμή στους «φοιτητές». Ίσως ακόμη και να αποδειχθεί ότι οι Στρατιωτικοί έπραξαν με υψηλό αίσθημα ευθύνης και καλώς πήραν τη διακυβέρνηση της χώρας.
ΟΙ ΝΕΟΙ ΕΧΟΥΝ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΝ ΝΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΟΥΝ ΜΙΑ ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΕΝΗ ΚΑΙ ΛΕΗΛΑΤΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΟΥΝΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΟΥΝΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010
Τρίτη 29 Ιουνίου 2010
ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΕΙΡΙΣΜΟΙ
«Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον» έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Το πεπρωμένο της Ελλάδας ήταν να βρεθεί αντιμέτωπη με το Κυπριακό και να υποχρεωθεί να πάρει θέση. Ωστόσο ακόμη και αν η Ελλάδα αποφάσιζε να μη θέσει το θέμα της αυτοδιάθεσης στον ΟΗΕ, διατηρώντας τις φιλικές σχέσεις με τη Βρετανία, θα κατηγορείτο ότι δεν υποστήριξε πανανθρώπινα ιδανικά όπως αυτό της αυτοδιάθεσης και κυρίως ότι δεν υποστήριξε ομοεθνή λαό.
Ανεξάρτητα λοιπόν από τη στάση της, η Ελλάδα ήταν εκτεθειμένη. Έπρεπε όμως να διαλέξει ανάμεσα στο προσωπικό της όφελος ή στο εθνικό-ιστορικό της χρέος. Η Ελλάδα διάλεξε το δεύτερο. Έβαλε στην άκρη το προσωπικό της όφελος και σωστά υποστήριξε το δίκαιο Κυπριακό αίτημα για ελευθερία.
Οι Ελληνικοί λοιπόν χειρισμοί στο Κυπριακό, τόσο σε όραμα όσο και σε πράξεις-πρωτοβουλίες, ήταν και είναι άριστοι, καθώς σέβονται απόλυτα τους διεθνείς κανονισμούς και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Αθήνα στήριξε και συνεχίζει να στηρίζει τη Λευκωσία, ενώ με επιδέξιους χειρισμούς, συνέβαλε στην είσοδο της Κύπρου στην Ε.Ε. Αντίθετα, η Τουρκία με τις ενέργειές της, βρίσκεται «με την πλάτη στον τοίχο», καθώς αναγκάζεται να απολογείται σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς, για την εισβολή της στο νησί.
Οι χειρισμοί των Κυπρίων, επίσης δεν ήταν οι καλύτεροι, καθώς δεν εκμεταλλεύθηκαν σωστά τις 2 ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν για την επίλυση του ζητήματός τους. Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία ήταν τον Οκτώβριο του 1955 όταν η Αγγλία πρότεινε λύση για το Κυπριακό με 10ετή περίοδο «ΑΥΤΟΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ» χωρίς καμία απολύτως αναφορά στους Τουρκοκύπριους. Η δεύτερη ευκαιρία, αν και καλά «καμουφλαρισμένη», ήταν τον Ιούλιο του 1974 όταν «δείγμα» των Ελληνικών στρατευμάτων προσπάθησε να «καταλάβει» την Κύπρο. Αν και η εκδοχή αυτή είναι υποθετική (καθώς δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες), ωστόσο εκτιμάται ότι οι Έλληνες στρατιωτικοί, γνωρίζοντας την επιθυμία των Κυπρίων να ενωθούν με την Ελλάδα και τις αρκετές προσπάθειες των Τούρκων να καταλάβουν τη Βόρεια Κύπρο, προσπάθησαν (έστω με άκομψο τρόπο) να σηκώσουν στις πλάτες των Ελλήνων το Κυπριακό ζήτημα, μετατρέποντάς το σε Ελληνοτουρκική διαφορά. Σ’ αυτήν την περίπτωση, αν οι Κύπριοι δεν αντιστέκονταν στο στρατιωτικό πραξικόπημα των Ελλήνων, η Τουρκία θα αναγκαζόταν να εξετάσει με διαφορετικά δεδομένα την επίθεσή της στην Κύπρο.
Ανεξάρτητα λοιπόν από τη στάση της, η Ελλάδα ήταν εκτεθειμένη. Έπρεπε όμως να διαλέξει ανάμεσα στο προσωπικό της όφελος ή στο εθνικό-ιστορικό της χρέος. Η Ελλάδα διάλεξε το δεύτερο. Έβαλε στην άκρη το προσωπικό της όφελος και σωστά υποστήριξε το δίκαιο Κυπριακό αίτημα για ελευθερία.
Οι Ελληνικοί λοιπόν χειρισμοί στο Κυπριακό, τόσο σε όραμα όσο και σε πράξεις-πρωτοβουλίες, ήταν και είναι άριστοι, καθώς σέβονται απόλυτα τους διεθνείς κανονισμούς και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Αθήνα στήριξε και συνεχίζει να στηρίζει τη Λευκωσία, ενώ με επιδέξιους χειρισμούς, συνέβαλε στην είσοδο της Κύπρου στην Ε.Ε. Αντίθετα, η Τουρκία με τις ενέργειές της, βρίσκεται «με την πλάτη στον τοίχο», καθώς αναγκάζεται να απολογείται σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς, για την εισβολή της στο νησί.
Οι χειρισμοί των Κυπρίων, επίσης δεν ήταν οι καλύτεροι, καθώς δεν εκμεταλλεύθηκαν σωστά τις 2 ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν για την επίλυση του ζητήματός τους. Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία ήταν τον Οκτώβριο του 1955 όταν η Αγγλία πρότεινε λύση για το Κυπριακό με 10ετή περίοδο «ΑΥΤΟΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ» χωρίς καμία απολύτως αναφορά στους Τουρκοκύπριους. Η δεύτερη ευκαιρία, αν και καλά «καμουφλαρισμένη», ήταν τον Ιούλιο του 1974 όταν «δείγμα» των Ελληνικών στρατευμάτων προσπάθησε να «καταλάβει» την Κύπρο. Αν και η εκδοχή αυτή είναι υποθετική (καθώς δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες), ωστόσο εκτιμάται ότι οι Έλληνες στρατιωτικοί, γνωρίζοντας την επιθυμία των Κυπρίων να ενωθούν με την Ελλάδα και τις αρκετές προσπάθειες των Τούρκων να καταλάβουν τη Βόρεια Κύπρο, προσπάθησαν (έστω με άκομψο τρόπο) να σηκώσουν στις πλάτες των Ελλήνων το Κυπριακό ζήτημα, μετατρέποντάς το σε Ελληνοτουρκική διαφορά. Σ’ αυτήν την περίπτωση, αν οι Κύπριοι δεν αντιστέκονταν στο στρατιωτικό πραξικόπημα των Ελλήνων, η Τουρκία θα αναγκαζόταν να εξετάσει με διαφορετικά δεδομένα την επίθεσή της στην Κύπρο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)